χαβούζα

χαβούζα
η , χαβούζι τό резервуар; водоём, бассейн; цистерна

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Смотреть что такое "χαβούζα" в других словарях:

  • χαβούζα — η, Ν 1. στέρνα, δεξαμενή νερού 2. δεξαμενή λαδιού σε ελαιοτριβείο 3. δεξαμενή για τη συγκέντρωση περιττωμάτων και άλλων λυμάτων, βόθρος 4. μτφ. α) ηθική ρυπαρότητα, βρομιά («το στόμα του είναι χαβούζα») β) άτομο αχόρταγο, άπληστο. [ΕΤΥΜΟΛ. <… …   Dictionary of Greek

  • χαβούζα — η (λ. τουρκ.), δεξαμενή νερού …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Μαραγκός, Θόδωρος — (Φιλιατρά Μεσσηνίας 1944 –). Σκηνοθέτης. Σπούδασε ζωγραφική και εργάστηκε για ένα διάστημα ως σκιτσογράφος γελοιογράφος. Στράφηκε στον κινηματογράφο το 1969, σκηνοθετώντας αρχικά ταινίες μικρού μήκους. Οι ταινίες του έχουν έντονο το στοιχείο της… …   Dictionary of Greek

  • havuz — HAVÚZ, havuzuri (havuze), s.n. Bazin de apă descoperit, construit în parcuri, în scuaruri etc., din piatră sau din beton, de obicei cu fântână arteziană în interior; fântână arteziană. – Din tc. havuz. Trimis de gall, 13.09.2007. Sursa: DEX 98 … …   Dicționar Român

  • δεξαμενή — η 1. χώρος ειδικά κατασκευασμένος για την αποθήκευση συνήθως νερού, αλλά και άλλων υγρών, στέρνα. 2. ειδική τεχνική κατασκευή σε ναυπηγείο ή σε ναύσταθμο, όπου βάζουν τα πλοία για επισκευή, χαβούζα, πισίνα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»